ΔΡΑΣΕΙΣ & ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

23.02.2021

Επιλογές Πολιτικής: Ευρώπη και Ελλάδα μετά το COVID

Πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 23/2/2021, στις 17:00, η διαδικτυακή εκδήλωση που διοργάνωσε το Κέντρο Ερευνών Προοδευτικής Πολιτικής (ΚΕΠΠ), με θέμα « Επιλογές Πολιτικής: Ευρώπη και Ελλάδα μετά το COVID ». Συμμετείχαν οι:
 
Γιάννος Παπαντωνίου, Πρόεδρος, ΚΕΠΠ, πρώην Υπουργός Οικονομίας & Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας
Παναγιώτης Ιωακειμίδης, Ομότιμος Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Δημήτρης Κατσίκας, Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης & Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Συντονίστρια ήταν η Δημοσιογράφος Σοφία Ροδοπούλου
 
 
Ο πρόεδρος του ΚΕΠΠ και πρώην υπουργός Γιάννος Παπαντωνίου, στην παρέμβασή του στη διαδικτυακή συζήτηση με θέμα ‘Επιλογές Πολιτικής: Ευρώπη και Ελλάδα μετά τον COVID’ τόνισε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
 
«Η σημερινή συζήτηση  επιδιώκει να ξεκαθαρίσει ορισμένα ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις της σημερινής κρίσης στις οικονομίες και τις κοινωνίες της παγκόσμιας κοινότητας, καθώς και τις επιλογές πολιτικής για την αντιμετώπισή της και την αποκατάσταση συνθηκών ισχυρής και σταθερής ανάκαμψης  στην Ευρώπη και την Ελλάδα.
 
Η πανδημία ανέδειξε τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης σε σύγκριση με τις δύο άλλες οικονομικές υπερδυνάμεις,  τις ΗΠΑ και την Κίνα. Μετά το 2022 - όταν προβλέπεται ότι η κρίση θα έχει αντιμετωπιστεί -  το ΑΕΠ της Κίνας θα είναι αυξημένο σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση κατά 16,4%, των ΗΠΑ κατά 4,3%, ενώ της Ευρωζώνης μόλις κατά 0,7%. 
 
Η διαπίστωση αυτή έρχεται σε συνέχεια εντονότερης υστέρησης που παρουσίασε η Ευρωζώνη στην περίπτωση του παγκόσμιου χρηματοοικονομικού κραχ του 2008. Στην Κίνα, την περίοδο 2008-2015, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά  77%, έναντι 11,5% στις ΗΠΑ και -2,6% της Ευρωζώνης. Εξάλλου, το 2015 οι ΗΠΑ πέτυχαν να μειώσουν το ποσοστό της ανεργίας στο 5,4%, ενώ στην Ευρωζώνη παρέμενε στο 11%.
 
Η αναπτυξιακή υστέρηση έχει κόστος, όχι μόνο λόγω της υψηλής ανεργίας, αλλά και γιατί περιορίζει τις οικονομικές δυνατότητες: Αν, κατά την περίοδο 2008-2015, η Ευρωζώνη είχε επιτύχει τις επιδόσεις των ΗΠΑ, το ΑΕΠ της το 2015 θα ήταν υψηλότερο κατά 1 τρις ευρώ περίπου. Αντίστοιχα στην κρίση του COVID, θα είχε υψηλότερο ΑΕΠ κατά περίπου 500 δις ευρώ. Τα ποσά αυτά συγκρίνονται με τα 750 δις ευρώ, που κόστισε η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανασυγκρότησης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας, και το 1 τρις ευρώ της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για τη μετάβαση σε καθαρές πηγές ενέργειας.
 
Οι υστερήσεις της Ευρωζώνης σε σχέση με την Κίνα εξηγούνται από τις μεγάλες διαφορές στα επίπεδα ανάπτυξης. Όμως, η υστέρηση  έναντι των ΗΠΑ προκύπτει από αστοχίες πολιτικής καθώς και από διαρθρωτικές αδυναμίες:Tην εμμονή σε πολιτικές ακραίας λιτότητας στη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης – με κύριο θύμα την Ελλάδα - και τις μεγάλες καθυστερήσεις στην  ολοκλήρωση της νομισματικής ένωσης   στο δημοσιονομικό και στο χρηματοοικονομικό τομέα (Ευρωομόλογα, κοινός προϋπολογισμός Ευρωζώνης, τραπεζική ένωση). 
 
H επιβολή ακραίας λιτότητας στις υπερχρεωμένες ευρωπαϊκές χώρες οδήγησε σε κατάρρευση του ΑΕΠ, μεγάλη άνοδο της ανεργίας και εκτίναξη του δημοσίου χρέους, Αντίθετα, οι ΗΠΑ αξιοποιώντας τις δυνατότητες της δικής τους ολοκληρωμένης νομισματικής ένωσης δεν δίστασαν να λάβουν μέτρα δημοσιονομικής τόνωσης, με αποτέλεσμα την   ταχύτερη ανάκαμψη της οικονομίας, μείωση της ανεργίας και σταθεροποίηση του δημοσίου χρέους.
 
Η πρόκληση για την Ευρώπη σήμερα είναι η αποφυγή αυτών των λαθών, με επιτάχυνση της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής ενοποίησης και - στην αναθεώρηση του  Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης - με διεύρυνση των  περιθωρίων άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής.
 
Βλέπουμε, σε παγκόσμια κλίμακα, την επιστροφή του Κέινς. Με κεινσιανές πολιτικές ξεπεράστηκε η Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του ’30. Με κεινσιανές πολιτικές ανασυγκροτήθηκε η διεθνής οικονομία μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακολούθησαν τέσσερεις περίπου δεκαετίες - από το ’80 έως σήμερα - νεοφιλελευθερισμού και μονεταρισμού, που υποστήριζαν ότι το «αόρατο χέρι» των αγορών εξαλείφει την ανάγκη κρατικής παρέμβασης. Οι πρόσφατες κρίσεις επιβεβαίωσαν την εγγενή αστάθεια του καπιταλιστικού συστήματος και την ανάγκη άσκησης ενεργού οικονομικής πολιτικής.
 
Το ζητούμενο  είναι ισχυρή ανάπτυξη. Η διασφάλιση της διεθνούς  θέσης καθώς και της κοινωνικής ευημερίας και της συνοχής της Ευρώπης επιβάλλει την υλοποίηση σημαντικών επενδύσεων  για τη μετάβαση στις νέες τεχνολογίες και στην πράσινη οικονομία, την αντιμετώπιση της ανεργίας  καθώς και τη μείωση των  ανισοτήτων που συνδέονται με  την παγκοσμιοποίηση. Παράλληλα, η διεθνής παρουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ενδυναμωθεί με επέκταση του πεδίου εφαρμογής κοινής εξωτερικής πολιτικής και ανάπτυξη δομών  συνδρομής καθώς και βιομηχανικών συνεργασιών στον τομέα της άμυνας.
 
Η Ελλάδα πρέπει να πρωτοστατήσει στην κοινή ευρωπαϊκή προσπάθεια. Κυρίως όμως, να βάλει τάξη στα του οίκου της. Σε μία περίοδο που η Τουρκία στοχεύει ξεκάθαρα στο μετασχηματισμό της σε γεωπολιτική υπερδύναμη – και έχει ήδη  αρχίσει να συμπεριφέρεται ανάλογα – η Ελλάδα πρέπει να ανακτήσει τη δυναμική της προωθώντας φιλόδοξα  σχέδια για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ευρωπαϊκά ταμεία, πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, ιδιωτικός τομέας - εγχώριος και ξένος - πρέπει να συμπράξουν στην πραγματοποίηση μεγάλης κλίμακας επενδύσεων και στην ανάπτυξη καινοτόμων πρωτοβουλιών από μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
 
Η παιδεία πρέπει να αναβαθμιστεί με τολμηρές μεταρρυθμίσεις σε όλες τις βαθμίδες και κυρίως στα πανεπιστήμια. Η τελευταία νομοθετική παρέμβαση είναι θετική αλλά δεν έθιξε καίρια ζητήματα, όπως η πανεπιστημιακή διακυβέρνηση και η οργάνωση των σπουδών. Επιβάλλεται σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού,  εφαρμογή  προγραμμάτων αντιμετώπισης της φτώχειας, ανασυγκρότηση του συστήματος υγείας και ευρεία επέκταση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Οι χρόνιες παθογένειες στη δημόσια διοίκηση και στη δικαιοσύνη πρέπει,  επί τέλους, να ξεπεραστούν με καλύτερη κατάρτιση, εφαρμογή εσωτερικής αξιολόγησης και αναδιοργάνωση.
 
Στις δύο πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα  έχουμε χάσει πολύ δρόμο. Είναι, ίσως, υπερβολή να λεχθεί ότι η κρίση COVID είναι η ‘τελευταία ευκαιρία’. Όμως, πρέπει να βιαστούμε».
 
 
 
 https://www.youtube.com/watch?v=4e3lro3BDXA&feature=emb_imp_woyt