ΑΡΘΡΑΔΙΑΦΟΡΑ

30.04.2011

Η Eλλάδα σε κρίση: υπάρχει διέξοδος;

Του Γιάννου Παπαντωνίου

 

Οικονομικοί και τραπεζικοί παράγοντες προεξοφλούν την αδυναμία επιστροφής της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές πριν από το 2013, όταν λήξει το δάνειο της τρόικας. Διαμορφώνεται η εκτίμηση ότι η συνέχιση της οικονομικής βοήθειας προϋποθέτει μεγάλο «κούρεμα» ή αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους –ώστε να γίνει βιώσιμο–, δηλαδή χρεοκοπία. Γίνονται, ήδη, συζητήσεις για ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

Ομως, η μείωση του χρέους αντιστοιχεί σε ζημιά των δανειστών του ελληνικού Δημοσίου. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει σε διαζύγιο από τις διεθνείς αγορές διότι οι δανειστές δεν θα ξεχάσουν γρήγορα τις ζημίες και θα συνεχίσουν να απαιτούν υψηλούς τόκους. H Ελλάδα, μετά την αναδιάρθρωση, δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στις αγορές. Θα εξαρτάται από δάνεια της τρόικας. Η αναδιάρθρωση δεν θα καταστήσει το χρέος βιώσιμο.

Εξάλλου, η αναδιάρθρωση θα κλονίσει τις ελληνικές τράπεζες, διότι θα χαθεί σημαντικό μέρος του κεφαλαίου τους. Επιπλέον, αν τεθεί σε αμφισβήτηση η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη, η αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος θα διαμορφώσει συνθήκες εξόδου από το ευρώ. Η αναδιάρθρωση όχι μόνο δεν συμβάλλει στην επίλυση του προβλήματος του χρέους, αλλά θα εκθέσει τη χώρα σε μεγάλους κινδύνους.

Το Μνημόνιο, όπως διαμορφώθηκε και όπως εφαρμόστηκε, αστόχησε. Δόθηκε υπερβολική έμφαση σε αυξήσεις φόρων και περικοπές εισοδημάτων, ενώ οι διαρθρωτικές αλλαγές είτε καθυστέρησαν είτε προχώρησαν με πολύ δειλά και άτολμα βήματα. Η οικονομία έπεσε στην παγίδα της ύφεσης χωρίς να διαμορφωθούν συνθήκες ανάκαμψης με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και στήριξη των επενδύσεων. Διαγράφεται προοπτική μακρόχρονης στασιμότητας, που καθιστά το ελληνικό χρέος μη βιώσιμο. Η ύφεση εμποδίζει, μέσω υστέρησης των φορολογικών εσόδων, τη μείωση των ελλειμμάτων, επιβάλλοντας τη λήψη νέων μέτρων, που διαιωνίζουν τη στασιμότητα και το δημοσιονομικό αδιέξοδο. Μια στάσιμη οικονομία δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τους πόρους για την αποπληρωμή του χρέους. Η διαπίστωση αυτή πυροδοτεί τη συζήτηση για αναδιάρθρωση, διαμορφώνοντας συνθήκες που την καθιστούν αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Δεν αρκεί να ξορκίζουμε τη λέξη χρεοκοπία. Χρειάζεται ριζική αλλαγή πλεύσης με επιτάχυνση και εμβάθυνση των μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του κράτους και τη μείωση της συμμετοχής του στην οικονομία.

Ιδιωτικοποιήσεις, μείωση φορολογίας, καταπολέμηση γραφειοκρατίας και διαφθοράς, απελευθέρωση αγορών, θα ισχυροποιήσουν την οικονομία δημιουργώντας συνθήκες ανάκαμψης και αυξημένης αξιοπιστίας. Η πολιτική αυτή θα οδηγήσει σε θετικότερες αξιολογήσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού και προσέγγιση με τα επιτόκια των άλλων υπερχρεωμένων χωρών.

Εφόσον επιτευχθεί αυτός ο στόχος και ενισχυθεί η αξιοπιστία της χώρας, θα πρέπει να επιδιωχθεί συμφωνία διευκόλυνσης της αποπληρωμής του χρέους στο πλαίσιο συνολικού σχεδίου δημοσιονομικής εξυγίανσης της Ευρωζώνης. Η συμφωνία μπορεί να περιλαμβάνει επιμηκύνσεις δανείων και προσαρμογές επιτοκίων, χωρίς να μειωθεί η «παρούσα αξία» των δανείων ώστε να μην υποστούν ζημίες οι δανειστές. Δεν θα υπάρχει περιθώριο για «κούρεμα».

Για να συμβάλει η συμφωνία ουσιαστικά στην έξοδο της χώρας από την κρίση και να μην αποτελέσει νέο σταθμό στην πορεία κατάρρευσης, θα πρέπει να αποτελέσει επιστέγασμα της πολιτικής για την ισχυροποίηση της οικονομίας. Αν, αντίθετα, προκύψει ως αποτέλεσμα της αποτυχίας του Μνημονίου και της αδυναμίας της Ελλάδας να υλοποιήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, δεν θα πείσει τις αγορές. Θα αρχίσουν νέες πιέσεις, μέσω των spreads και των ασφαλίστρων κινδύνου (CDS), για νέα ρύθμιση του χρέους. Θα συμβεί, δηλαδή, ό, τι συμβαίνει όταν αστοχεί μια υποτίμηση: νέα υποτίμηση.

Εξάλλου, η ένταξη στην ευρύτερη ομάδα των περιφερειακών χωρών θα επιτρέψει την ενσωμάτωση των ελληνικών πιστωτικών διευκολύνσεων σε ένα συνολικό σχέδιο εξυγίανσης της Ευρωζώνης εξασφαλίζοντας τη μακροχρόνια συμμετοχή της χώρας στη νομισματική ένωση. Το σχέδιο πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα στήριξης των υπερχρεωμένων χωρών, όπως η ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων με αναστολή της εθνικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση των κοινοτικών προγραμμάτων (ΕΣΠΑ), ώστε να αντισταθμιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις της λιτότητας στην οικονομική δραστηριότητα.

Αν η Ελλάδα συνεχίσει να στιγματίζεται ως αποτυχημένη οικονομία και να παραμένει αποκομμένη από τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες, οποιαδήποτε ρύθμιση των δανείων της θα πέσει στο κενό. Αν, μάλιστα, συνδυαστεί με αναδιάρθρωση του χρέους και ζημίες των δανειστών, μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση, ακόμα και την έξοδο από την Ευρωζώνη.

Οι επόμενοι μήνες είναι καθοριστικοί για το μέλλον της χώρας.

Μπορούμε να τα καταφέρουμε. Η ευθύνη είναι μεγάλη για την κυβέρνηση και τα κόμματα. Πρέπει να αναζητήσουν κοινούς τόπους για την υλοποίηση μεγάλων μεταρρυθμίσεων με παράλληλη ανάληψη πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι συγκλίσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές και, κυρίως, έγκαιρες. Πριν είναι πολύ αργά.

 

 

Tο άρθρο δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ την:
Κυριακή 24 Απριλίου 2011