ΑΡΘΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

16.12.2008

Παναγιώτης Γ. Κορλίρας: Η Ελλάδα στη Δίνη της Διεθνούς Κρίσης

Η χρηματοπιστωτική κρίση, την οποία βιώνουμε, ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενη ως φυσιολογική συνέπεια της τεράστιας πιστωτικής επέκτασης στις ΗΠΑ, μιας «πιστωτικής φούσκας» (credit bubble) που «έσκασε».

Με τα περίπλοκα παράγωγα προϊόντα που εδράζονταν σε τιτλοποιήσεις επισφαλών απαιτήσεων, κυρίως των subprime στεγαστικών δανείων, και λόγω της έλλειψης εποπτείας επί των δραστηριοτήτων των επενδυτικών τραπεζών, τα αρχικά προβληματικά δάνεια μετατράπηκαν σε μία πολλαπλάσια απειλή για τη φερεγγυότητα των τραπεζών και την ασφάλεια των καταθετών τους. Λόγω της διασύνδεσης των παγκοσμιοποιημένων κεφαλαιαγορών, το πρόβλημα ενέσκηψε όχι μόνο στις αμερικανικές τράπεζες, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Αν όμως η κρίση μπορεί να χαρακτηριστεί αναμενόμενη, το εύρος και το βάθος της αποδείχτηκαν απρόσμενα μεγάλα, και οι επιπτώσεις τους προκάλεσαν όχι μόνο τις γνωστές ζημιές από τις υποαξίες κάποιων στοιχείων του ενεργητικού των τραπεζών (τα γνωστά «τοξικά στοιχεία»), αλλά, και το σοβαρότερο, την κρίση εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα, όπως και μεταξύ των τραπεζών. Έτσι προέκυψε η πιστωτική ασφυξία και ο περιορισμός της ρευστότητας, ως μια πρωτοφανής για τα σύγχρονα δεδομένα απειλή για τη σταθερότητα του ίδιου του οικονομικού συστήματος. Η χρηματοπιστωτική κρίση μετατρέπεται σε κρίση της πραγματικής οικονομίας, γεγονός που αποτυπώνεται στα φαινόμενα επιβράδυνσης, στασιμότητας, αλλά και ύφεσης στις περισσότερες χώρες του κόσμου, με συνέπεια τη μείωση της απασχόλησης και των εισοδημάτων. Η έκρυθμη κατάσταση στις κεφαλαιαγορές δεν αναμένεται να εκτονωθεί σύντομα, ενώ ο καθοδικός κύκλος των οικονομιών εκτιμάται ότι θα διαρκέσει ολόκληρο το 2009.

Οι παρεμβάσεις των κεντρικών τραπεζών στην Αμερική και στην Ευρώπη, με τις μειώσεις των επιτοκίων και την παροχή ρευστότητας, δεν είχαν μέχρι στιγμής τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς η παρεχόμενη ρευστότητα διακρατείται από τις τράπεζες για δική τους πρόνοια και δεν διαχέεται μέσω της διατραπεζικής αγοράς σε ολόκληρο το σύστημα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών και ο φόβος ενός πανικού των καταθετών λειτουργούν ανασταλτικά. Η χρεοκοπία της Lehman Brothers, την οποία απερίσκεπτα άφησε η αμερικανική κυβέρνηση να συμβεί, είχε μεγάλο ψυχολογικό αντίκτυπο, ενώ οι μερικές κρατικοποιήσεις και οι κεφαλαιακές ενισχύσεις πολλών τραπεζών που έγιναν και γίνονται είναι μάλλον αμυντικές κινήσεις, παρά κινήσεις που οδηγούν σε γρήγορο ξεπέρασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Με τις συνεχιζόμενες μειώσεις των παρεμβατικών επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και τη συνεχιζόμενη διακράτηση ρευστότητας, η κατάσταση έχει ομοιότητες με τη λεγόμενη «παγίδα ρευστότητας», κατάσταση κατά την οποία η νομισματική πολιτική δεν είναι αποτελεσματική για να προλάβει τα φαινόμενα οικονομικής ύφεσης.

Εύλογα λοιπόν, όλες σχεδόν οι κυβερνήσεις προσφεύγουν στον πυλώνα της δημοσιονομικής πολιτικής για να δοθεί μια επεκτατική ώθηση στις οικονομίες, με κύριο στόχο την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης σε συνδυασμό, όπως φαίνεται και στο εξαγγελθέν οικονομικό πρόγραμμα του Barack Obama, με εκτεταμένες δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής αλλά και κεφαλαιακής στήριξης βιομηχανιών. Είναι πάντως ενδιαφέρουσα η ευρύτατη αποδοχή ενός «κευνσιανού» μοντέλου οικονομικής πολιτικής, η επιβολή του οποίου κρίνεται αναγκαία για να αποφευχθούν φαινόμενα παρατεταμένης και έντονης οικονομικής ύφεσης, αφήνοντας λόγω περιστάσεων στο περιθώριο τη νεοφιλελεύθερη συνταγή περί αυτορυθμιζόμενων αγορών.

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είχε μια ποσοτικά αμελητέα έκθεση σε τέτοια «τοξικά στοιχεία», και συνεπώς εύκολα απέφυγε την κρίση εμπιστοσύνης ως προς την φερεγγυότητά του. Δέχτηκε, όμως, τις επιπτώσεις από την έλλειψη ρευστότητας και την ανυπαρξία της διατραπεζικής χρηματοδότησης, ακριβώς όπως σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Όμως η ελληνική οικονομία μπαίνει σε μια φάση επιβράδυνσης, με μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ στο 1,4% το 2009, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Economist, και αυτή η επιβράδυνση θα επηρεάσει αρνητικά τις ελληνικές τράπεζες. Το πρόγραμμα ενίσχυσης της ρευστότητας με το γνωστό πακέτο των 28 δις. ευρώ, περισσότερο θα προλάβει τις επερχόμενες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών που θα ενταχθούν σ’ αυτό, παρά θα συμβάλλει ουσιαστικά στην ταχεία υπέρβαση της κρίσης ρευστότητας. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το εργαλείο της δημοσιονομικής ώθησης, διότι δυστυχώς, παρά τις περιοδικά εξαγγελλόμενες προθέσεις και προσπάθειες, το ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος και, κυρίως, του δημοσίου χρέους, αφήνουν στενά περιθώρια για να αξιοποιήσει η Ελλάδα τον μικρό βαθμό χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ευρωζώνη.

Το πολύ υψηλό δημόσιο χρέος σε συνδυασμό με το επίσης πολύ υψηλό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, έχουν συνέπειες που αποτυπώνονται στο υψηλό spread των επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το ελληνικό κράτος. Η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας βρίσκεται στο χειρότερο επίπεδο της τελευταίας οκταετίας, και οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία είναι ορατοί, τη στιγμή μάλιστα που σοβαροί πυλώνες της όπως η ναυτιλία και ο τουρισμός επηρεάζονται έντονα από τη συγκυρία. Για τις εξελίξεις, μπορούμε να πούμε ότι οι επιπτώσεις της επιβράδυνσης στην ελληνική οικονομία θα γίνουν πιο αισθητές από το δεύτερο τρίμηνο του 2009, ενώ η αποκατάσταση  κάποιας σχετικής ομαλότητας στον πιστωτικό τομέα θα γίνεται σταδιακά σε όλη τη διάρκεια του νέου έτους.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στις 16-12-08 σε ειδικό αφιέρωμα της εφημερίδας ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ με τίτλο "Οι επιπτώσεις της κρίσης θα γίνουν ορατές το 2009".

Ο Παναγιώτης Γ. Κορλίρας είναι Καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών