ΑΡΘΡΑΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

20.06.2010

Γιάννος Παπαντωνίου: Λιτότητα ή Μεταρρυθμίσεις;

Η δημοσιονομική προσαρμογή που είναι αναγκασμένη να προωθήσει η χώρα μας για να αποκαταστήσει την πιστοληπτική της ικανότητα είναι πρωτοφανής. Όπως δείχνουν οι μετρήσεις της κοινής γνώμης, οι μειώσεις εισοδημάτων και η επιβολή νέων φορολογιών έχουν μεταβάλει ριζικά τις προσδοκίες για το μέλλον και έχουν κλονίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα των πολιτικών ηγεσιών να διαχειριστούν την κρίση.

Είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν αντοχές για λήψη πρόσθετων μέτρων που θα μειώσουν τα εισοδήματα και την αγοραστική δύναμη τα επόμενα χρόνια. Αν επιχειρηθούν, η κοινωνική κρίση θα ενταθεί και θα μετεξελιχθεί σε πολιτική, ενώ η επιδείνωση της ύφεσης και η αύξηση της ανεργίας θα ανατρέψουν τους δημοσιονομικούς στόχους μέσα από την υστέρηση των φορολογικών εσόδων.

Η μείωση του ελλείμματος πρέπει να προέλθει από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της σπατάλης στο δημόσιο, την απελευθέρωση των αγορών και την ενίσχυση των επιχειρηματικότητας ώστε να περιοριστούν οι δημόσιες δαπάνες, να ανακάμψουν οι επενδύσεις και να επανέλθει η οικονομία σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν το κλειδί για την έξοδο από  την κρίση όχι μόνο γιατί δημιουργούν τις αντικειμενικές συνθήκες δημοσιονομικής προσαρμογής και οικονομικής ανάκαμψης, αλλά και γιατί αναβαθμίζουν τη διεθνή εικόνα της ελληνικής οικονομίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από πρόσφατες έρευνες, η πλειοψηφία των διεθνών αναλυτών θεωρεί πιθανή τη χρεοκοπία της χώρας ενώ σημαντικό ποσοστό δεν αποκλείει την έξοδο από την Ευρωζώνη.

Όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, το άνοιγμα στον ιδιωτικό επιχειρηματικό τομέα με ιδιωτικοποιήσεις, κατάργηση περιορισμών στον ανταγωνισμό, καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, συμβάλλει ουσιαστικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των διεθνών αγορών και, γενικότερα, της αξιοπιστίας της χώρας. Θαρραλέες μεταρρυθμίσεις σηματοδοτούν αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα οδηγώντας σε βελτίωση  των αξιολογήσεων από τους διεθνείς οργανισμούς.

Θετικές αξιολογήσεις είναι αναγκαίες για την αποκατάσταση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, αλλά και για την αποτροπή στοχοποίησης από τις διεθνείς αγορές σε περίπτωση γενίκευσης της κρίσης των υπερχρεωμένων χωρών. Είναι, επίσης, απαραίτητες για να ανακτήσουν οι ελληνικές τράπεζες τη δυνατότητα να δανείζονται από το εξωτερικό και να χρηματοδοτούν απρόσκοπτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Στο πλαίσιο της Ευρωζώνης μπορούν να διακριθούν δύο ομάδες χωρών. Οι «ισχυρές» χώρες, που δανείζονται με γερμανικά επιτόκια (3%) και οι «αδύναμες» χώρες ( Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Ιρλανδία) που δανείζονται με ελαφρά υψηλότερα επιτόκια (3,5% έως 4,5%). Η Ελλάδα βρίσκεται «εκτός γηπέδου». Μπορεί να δανειστεί με επιτόκιο περίπου 8% και δεν ανήκει ούτε καν στην ομάδα των αδύναμων χωρών. Αν εκδηλωθεί κρίση υπερχρέωσης στην ευρωπαϊκή ή και στην παγκόσμια οικονομία, η χώρα μας, όπως είναι απομονωμένη, θα υποστεί μεγάλες κερδοσκοπικές επιθέσεις, που μπορεί να κλονίσουν το τραπεζικό σύστημα και να οδηγήσουν ακόμα και σε έξοδο από την Ευρωζώνη.

Οι μεταρρυθμίσεις είναι μονόδρομος. Αν δεν πραγματοποιηθούν με την αναγκαία ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, το αποτέλεσμα θα είναι νέα επαχθή δυσβάστακτα μέτρα ή, εναλλακτικά, αναδιάρθρωση χρέους, δηλαδή χρεοκοπία. Παράλληλα, η Ελλάδα θα παραμείνει εκτεθειμένη σε μεγάλες κερδοσκοπικές επιθέσεις. Αν υπάρξει διεθνές «τσουνάμι» θα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, μπροστά στο κύμα. Επιπλέον, όσο παραμένει αποκομμένη από την ομάδα των αδύναμων χωρών της Ευρωζώνης, χωρίς ερείσματα και στηρίξεις, μπορεί εύκολα να περιθωριοποιηθεί. Είναι αξιοσημείωτο ότι η γερμανική κυβέρνηση έχει αναφερθεί σε «ελεγχόμενη χρεοκοπία», ακόμα και σε έξοδο από την Ευρωζώνη χωρών που παραβιάζουν συστηματικά το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Πρέπει να προχωρήσουν αμέσως δραστικές ολοκληρωμένες παρεμβάσεις στον ΟΣΕ και άλλες ζημιογόνες ΔΕΚΟ, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και, γενικότερα, στις εστίες σπατάλης στο δημόσιο τομέα. Το ίδιο ισχύει για τις ιδιωτικοποιήσεις, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και την κατάργηση των περιορισμών στον ανταγωνισμό (όπως το cabotage). Πρέπει, επίσης, να αναληφθεί συστηματική προσπάθεια περιορισμού των αδειοδοτήσεων και της γραφειοκρατίας ώστε να ενισχυθεί η επιχειρηματικότητα. Έχει υπολογιστεί ότι μόνο από τη βελτίωση του ρυθμιστικού και ανταγωνιστικού πλαισίου και τη μείωση του κόστους συμμόρφωσης των επιχειρήσεων στις διοικητικές ρυθμίσεις το ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 7%.

Η υλοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος μεταρρυθμίσεων για τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας θα αλλάξει τα αναπτυξιακά δεδομένα της χώρας αναβαθμίζοντας τη διεθνή της εικόνα. Θα εξασφαλίσει τη δημοσιονομική εξυγίανση χωρίς πρόσθετα μέτρα μείωσης εισοδημάτων ή αύξησης φόρων, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αποκατάσταση της πιστοληπτικής ικανότητας και στη διαμόρφωση συνθηκών οικονομικής ανάκαμψης και εξόδου από την κρίση.

Το συμφέρον της χώρας και του κοινωνικού συνόλου είναι υπέρτερο από τα ειδικά συμφέροντα που ενδημούν στις κλειστές αγορές, στα κλειστά επαγγέλματα, στα πελατειακά κυκλώματα και στις εστίες σπατάλης στο κράτος. Η κυβέρνηση πρέπει να στηριχθεί στη μάχη που καλείται να δώσει απέναντι σε αυτά τα συμφέροντα.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος της Κυριακής» την Κυριακή 20/06/2010 με τίτλο “«Κλειδί» για έξοδο από την κρίση οι μεταρρυθμίσεις”.